Τούτη η ιστορία είναι για ένα Αλβανό! Ξέρω βαριέστε να ακούτε ιστορίες με Αλβανούς.
Και θα πείτε, ίσως: «ρε τι μας ενδιαφέρει η ιστορία του;»
Αλλά δεν θα σας κουράσω, γιατί θάμαι σύντομος!
Nησί μικρό, ακριτικό, κάπου κει στα βορειοδυτικά.
Εκατοπενήντα ψυχές, οι περισσότεροι ξενιτεύτηκαν από παλιά, προκόψανε σ΄άλλες πατρίδες, κάποιοι γυρίσανε κ΄επενδύσανε δω, άλλοι στην άλλη Ελλάδα, οι υπόλοιποι στην ξενιτιά μένουν και διαπρέπουν.
Μια μέρα στο νησί φτάνει ένας Αλβανός, ξενιτιάρης, βρήκε τόπο για να ζήσει την φαμίλια του.
Φιλότιμος και δουλευτείς και αυτός και η γυναίκα του πέσανε με τα μούτρα στη δούλευσει του καθενός που τους χρειαζόταν.
Το καφενείο δεν τον έβλεπε τον Λάζαρο, γιατί έτσι βαφτίσανε τον Αλβανό, Λάζαρο!
Καμιά σχέση με τον συνονόματο του, βλέπεις αυτόν της ιστορίας μας, τον αναστήσανε τα χέρια του.
Προκομμένος λοιπόν ο Λάζαρος, δούλεψε για χρόνια εργάτης σε κάθε δουλειά, μάζεψε χρήματα, αγόρασε μηχανήματα, έγινε και εργολάβος, και σαν εργολάβος αναλάμβανε εργολαβίες, έκτιζε ότι ζητούσαν να κτιστεί και γκρέμιζε ότι του ζητούσαν να γκρεμίσει, συνάμα βοηθούσε τους συνησιώτες του όπου μπορούσε να βοηθήσει, γιατί όπως είπαμε εκτός από εργατικός ήταν και φιλότιμος ο Λάζαρος μας.
Όλα καλά πηγαίνανε στο νησί μέχρι που κάπου «λάθεψε» ο Αλβανός!
Το λάθος ήταν ότι συμφώνησε να κτίσει με αντιπαροχή!
Και το ότι πήρε αντιπαροχή - θα μου πείτε - είναι λάθος;
Όχι βέβαια, το λάθος του ήταν ότι ανακοίνωσε τα σχέδια του στους φίλους για να χαρούνε, γιατί έτσι νόμιζε ό έρμος.
Και τι σχέδια μπορεί να έχει ένας Αλβανός και μάλιστα προσφάτως αναστηθείς;
Ο Λάζαρος που λέτε από την αντιπαροχή θα έπαιρνε ένα κατάστημα, το οποίο σκόπευε να αξιοποιήσει ανοίγοντας Μάρκετ, όπως είπε.
Μα Μάρκετ έχει το νησί!
Τι στο καλό του θέλει ο Αλβανός; να σπάσει το μονοπώλιο;
Πέσανε λοιπόν τα μεγάλα μέσα, καθοδηγούμενα από τα θιγόμενα συμφέροντα, στράφηκαν πρώτα κατά του οικοπεδούχου που είναι και σώγαμπρος στο νησί και το οικόπεδο του είναι δίπλα στα εκκλησιαστικά και με μπροστάρη τον παπά, σαν νέο Παπαφλέσσα, ασκώθηκε το λάβαρο, και κήρυξαν την επανάσταση!
Μπροστά λοιπόν ο παπάς, ο επονομαζόμενος Ρούφουλας* και πίσω οι επίτροποι και ο ευκολόπιστος λαός.
Και σαν τον Πέτρο τον Ερημίτη, ο παπαρούφουλας ξεκινά σταυροφορία, όχι για να ελευθερώσει τους Άγιους τόπους, αλλά με ύψιστο και ιερό σκοπό την μη ανέγερση τις οικοδομής όπου θα στεγαζόταν τα σχέδια του Λαζάρου.
Για να γίνει δε πειστικότατο το εγχείρημα και να στεφτεί με επιτυχία η σταυροφορία, πέσανε και κάτι τσιράκια και διαδώσανε κάτι περί Αλβανικών σημαιών που έχει σπίτι του ο Λάζαρος, κάτι περί φόβου προσάρτησης του νησιού από την Αλβανία και άλλα τέτοια εθνικοπατριωτικά για να δέσει καλύτερα η μανέστρα!
Έτσι που λέτε, ξεσηκώθηκαν οι παλιοί μετανάστες ενάντια στον νέο, και βρέθηκε ο καλός και φιλότιμος Λάζαρος πράκτορας του Μπερίσα και των Τσάμηδων, ο δε οικοπεδούχος δίχως εργολάβο για να συνεχίσει το έργο και γω να αναρωτιέμαι: «πώς να προκόψεις μ΄αυτούς πατρίδα μου;»
*Ανεμοστρόβιλος




